Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

«Σοσιαλιστές» οι φετινοί αριστούχοι απόφοιτοι της σχολής Φρίντμαν


              Δεν χρειάζονται περισσότερα δείγματα γραφής για να συνειδητοποιήσει και ο πιο ανυποψίαστος πολίτης την με θρησκευτική ευλάβεια  εφαρμογή της πιο ακραία νεοφιλελεύθερης πολιτικής από τη σημερινή κυβέρνηση. Περήφανος και ευτυχής θα ήταν σήμερα ο Μίλτον Φρίντμαν βλέποντας τον ζήλο, την αφοσίωση και την προσήλωση με την οποία το ΠΑΣΟΚ «αλλάζει την Ελλάδα».Ποιος ήταν όμως ο Φρίντμαν και τι ακριβώς πρέσβευε;
            Με απλά λόγια μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο πιο εξέχων θεωρητικός του καπιταλισμού. Ιδρυτής της σχολής του Σικάγο, πνευματικός πατέρας του μονεταρισμού, υπέρμαχος της αυτορρύθμισης των αγορών, της νεοφιλελεύθερης ασυδοσίας που σήμερα, κάθε άλλο παρά ποτέ, με όρους οικονομικού μιλιταρισμού έχει εξοντώσει πολλές χώρες του πλανήτη μέσω πλασματικών χρεών και υποταγμένων κυβερνήσεων. Η σχολή που εγκαινίασε τη δεκαετία του 1950 μπορεί να θεωρηθεί ως η προσπάθεια του διεθνικού κεφαλαίου να κατακτηθούν εξαιρετικά κερδοφόρα νέα εδάφη όπου οι νόμοι της αγοράς θα έχουν αδιαφιλονίκητη ισχύ. Κρατικά προγράμματα, δημόσια περιουσιακά στοιχεία, περιουσία του λαού αποτελούν τα αντικείμενα της ατέρμονης αναζήτησης για οικονομική επικυριαρχία και ιμπεριαλιστικό έλεγχο των χωρών και των λαών.
            Ο νεοφιλελευθερισμός στοχεύει στην επιβολή της ηγεμονίας του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Η αύξηση της κερδοφορίας είναι ο στόχος, η μείωση του εργασιακού κόστους, ο τρόπος. Για τους υπέρμαχους της νεοφιλελεύθερης πολιτικής  η κρίση οφείλεται στις υπερβολικές κατακτήσεις της κοινωνικής ευημερίας και στο δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό του εργασιακού εισοδήματος. Τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα θεωρούνται ως αντιοικονομικές, αντιπαραγωγικές στρεβλώσεις. Η αντίσταση στην εξουσία του οικονομικού επεκτατισμού πρέπει να κάμπτεται εν τη γενέσει της. Με όλα τα μέσα, με κάθε τρόπο πρέπει να εξασφαλίζεται ο πλουτισμός της κυρίαρχης τάξης. Οι εγγενείς, δομικές αντιθέσεις του συστήματος αναπαράγονται και οξύνονται αλλά αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο προβληματισμού για το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, κάθε άλλο. Μήπως μας θυμίζουν κάτι όλες αυτές οι αντιλήψεις;   
            Σωστά μαντέψατε. Απελευθέρωση του μεγάλου κεφαλαίου, απελευθέρωση της αγοράς, απελευθέρωση της αγοράς εργασίας (ελαστικοποίηση, προσωρινότητα, μισή απασχόληση, ατομικές συμβάσεις εργασίας) περικοπές μισθών, αποκρατικοποιήσεις, δημιουργία αισθήματος ενοχής στον λαό είναι η απάντηση του ΠΑΣΟΚ στην σημερινή, δομική κρίση υπερσυσσώρευσης. Συνταγματική λιτότητα προβλέπεται και από τους μεγάλους της Ευρωπαϊκής  Ένωσης. Πολιτική λιτότητας σημαίνει αναδιανομή των παραγόμενων αξιών υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου, άρα ένταση της φτώχειας και της ανεργίας, Αυτή η πολιτική, όμως, δεν οδηγεί στην έξοδο από την κρίση αλλά στη διαιώνιση και στην όξυνσή της. Πολύ απλά διότι το κεφάλαιο ξεπερνά την κρίση μέσα από την κρίση ενώ στο εσωτερικό του ωριμάζει η επόμενη. Άλλωστε η κρίση υπερσυσσώρευσης προϋποθέτει συσσώρευση κεφαλαίου ασύγκριτα μεγαλύτερη απ΄αυτήν που είναι δυνατόν να επενδυθεί αποδοτικά στους παραγωγικούς τομείς οδηγώντας έτσι τους καπιταλιστές  στον τομέα της κερδοσκοπίας. Το παρασιτικό κεφάλαιο κατ’αυτόν τον τρόπο διογκώνεται και αυτό έχει άμεση επίπτωση στην πραγματική οικονομία και στα εισοδήματα των εργαζομένων, όπως προαναφέρθηκε.
            Το προσωπικό της κυβέρνησης, ως γνήσιοι υπάλληλοι και θαυμαστές των νόμων της αγοράς δεν μας αφήνουν πολλά περιθώρια αμφισβήτησης για το τίνος τα συμφέροντα υπηρετούν και, κυρίως, σε βάρος ποιων. Καμία αυταπάτη δεν πρέπει  να καλλιεργείται ότι δεν θα παρθούν νέα μέτρα  ή ότι ο δρόμος που επιλέχθηκε από την κυβέρνηση μας οδηγεί σε έξοδο από την κρίση. Αντιθέτως, η πολιτική της κυβέρνησης επιτείνει την κρίση και οδηγεί σε μακροχρόνια ύφεση, κάτι που ούτως ή άλλως φαίνεται ότι αποτελεί και στρατηγική επιδίωξη του ΠΑΣΟΚ. Κάθε άλλο παρά ατύχημα είναι η ανεργία και η λιτότητα όπως βέβαια και η αδυναμία πάταξης της φοροδιαφυγής του μεγάλου κεφαλαίου.
            Αυτά που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία μπορούν να χαρακτηριστούν ως καπιταλισμός χωρίς μάσκα. Ήταν εκπληκτικός, αν και αναμενόμενος, ο τρόπος με τον οποίο αυτή η κυβέρνηση έβγαλε το σοσιαλιστικό προσωπείο που φορούσε προεκλογικά. Το επικοινωνιακό περιτύλιγμα της προεκλογικής σοσιαλιστικής φρασεολογίας μετατράπηκε σε ξεπούλημα της χώρας. Άξιοι εκφραστές της σχολής του Σικάγο οι σημερινοί σοσιαλιστές.
            Λύσεις νεοκεϋνσιανιστικού τύπου δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν σήμερα. Το αντίπαλον δέος άφηνε κάποια περιθώρια για κοινωνικό κράτος, τώρα όμως το πεδίο είναι ελεύθερο. Ούτως ή άλλως ο κεϋνσιανισμός, όπως εκ των πραγμάτων φάνηκε, δεν θεραπεύει τις αντιφάσεις του συστήματος απλώς τις αμβλύνει. Οι πολιτικές που σήμερα εφαρμόζονται θα συνεχιστούν είτε με αυτήν είτε με άλλη κυβέρνηση με το δεύτερο να είναι πιο πιθανό. Θα συνεχιστούν εκτός και αν….
Του Δημήτρη Μπρούμα
Φοιτητή Φυσικής, ΕΚΠΑ
(σσ. Ο Μίλτον Φρίντμαν (1912 -2006), ήταν ένας επιφανής Αμερικανός οικονομολόγος.
Στους ακαδημαϊκούς κύκλους ήταν γνωστός για την συνεισφορά του στην μακροοικονομία, οικονομική ιστορία και στατιστική. Στους ευρύτερους κύκλους ήταν γνωστός ως μεγάλος υπέρμαχος της οικονομικής και κοινωνικής ελευθερίας. Ο Φρίντμαν και ο Τζων Κέυνς ήταν δύο από τους πιο σημαντικούς οικονομολόγους του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη από εργατική οικογένεια Ουγγροεβραίων μεταναστών . Μεγάλωσε στο Νιού Τζέρσεϊ και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ρούτγκερς (Μπατσελορ, 1932) και στο Σικάγο (Μάστερ, 1933). Τα τέλη του 30 και το 41-43 δούλεψε για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ως σύμβουλος σε ανώτερα στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών. Ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών το 1942 συνέστησε μία Κεϊνσιανή πολιτική φορολογίας και  βοήθησε στην κατασκευή του συστήματος φορολόγησης δια της παρακράτησης από την μισθοδοσία. Πήρε το Διδακτορικό του από το Κολούμπια το 1946. Έγινε κατόπιν Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο από το 1946 έως το 1976, όπου και βοήθησε στη δημιουργία μίας στενής κοινότητας διανοούμενων που παρήγαγε αρκετά βραβεία Νόμπελ, γνωστής και ως "Σχολή του Σικαγο" (Chicago School),  η οποία χαρακτηριζόταν από ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό, είχε μεγάλη επιρροή στα οικονομικά και στο Δίκαιο κατά των περιορισμών του Ανταγωνισμού. Η απήχησή της στη συντηρητική πολιτική παράταξη έφτασε στο απόγειό της επί προεδρίας Ρόναλντ Ρήγκαν και πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ[1]. Κύρια πιστεύω της ήταν η απόλυτη εμπιστοσύνη στην ικανότητα αυτορρύθμισης της αγοράς και η δυσπιστία σε κάθε μορφής κρατικό παρεμβατισμό.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: